Ελλιπής πρόσληψη μικροστοιχείων

Ο όρος μικροθρεπτικά συστατικά χρησιμοποιείται για να περιγράψει τις απαραίτητες βιταμίνες, μέταλλα και ιχνοστοιχεία που απαιτούνται για να διατηρηθούν όλες οι φυσιολογικές κυτταρικές και μοριακές λειτουργίες του ανθρώπινου οργανισμού.

Οι βιταμίνες δεν έχουν θερμιδική αξία αλλά είναι ουσιώδης σημασίας καθώς δρουν ως ρυθμιστές του μεταβολισμού. Ο ανθρώπινος οργανισμός δεν μπορεί να παράγει από μόνος του τις απαραίτητες για αυτόν βιταμίνες και συνεπώς θα πρέπει να προσλαμβάνονται μέσω της διατροφής.

Υπάρχουν 13 βιταμίνες οι οποίες χωρίζονται σε λιποδιαλυτές και υδατοδιαλυτές. Οι λιποδιαλυτές βιταμίνες είναι η A, D, E και η K ενώ οι υδατοδιαλυτές είναι η βιταμίνη C και οι βιταμίνες του συμπλέγματος Β. Οι λιποδιαλυτές βιταμίνες αποθηκεύονται στο λίπος και στο ήπαρ σε αντίθεση με τις υδατοδιαλυτές οι οποίες δεν αποθηκεύονται στο ανθρώπινο σώμα γεγονός που καθιστά την καθημερινή πρόσληψη τους απαραίτητη. Για να προσλαμβάνονται όλες οι βιταμίνες θα πρέπει να ακολουθείται μία ισορροπημένη διατροφή.

Τα διάφορα μέταλλα και ιχνοστοιχεία είναι απαραίτητα σε μικρές ποσότητες έτσι ώστε να διασφαλίζεται η ορθή λειτουργία διαφόρων λειτουργιών και συστημάτων.  Τα βασικά μέταλλα είναι το χλώριο, το νάτριο, το ασβέστιο, το κάλιο, το μαγνήσιο, ο φωσφόρος, ο χαλκός, ο σίδηρος, το χρώμιο, το σελήνιο, ο ψευδάργυρος, το φθόριο, το μαγγάνιο το μολυβδαίνιο και το ιώδιο.

Η ελλιπής πρόσληψη μικροστοιχείων επηρεάζει περίπου 2 δισεκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως. Οι πιο συχνές ελλείψεις που υπάρχουν είναι αυτές της βιταμίνης Α, της βιταμίνης D, του φυλλικού οξέος, του σιδήρου, του ιωδίου και του ψευδαργύρου. Ωστόσο, πολλές φορές οι ελλείψεις αυτές συνυπάρχουν. Η ανεπαρκής πρόσληψη βιταμινών και μετάλλων συνήθως οφείλεται στην κατανάλωση γευμάτων πλούσιων σε ενέργεια αλλά φτωχών σε θρεπτική αξία. Ακόμη, άτομα τα οποία ακολουθούν περιοριστικές δίαιτες (π.χ. κετογονική δίαιτα) έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διατροφικών ελλείψεων και για αυτό θα πρέπει να λαμβάνουν προληπτικά το κατάλληλο διατροφικό συμπλήρωμα.

Οι εγκυμονούσες και τα παιδιά έως και την ηλικία των 10 ετών είναι οι πιο ευάλωτες ηλικιακές ομάδες. Ενώ οι περισσότερες ελλείψεις μικροθρεπτικών συστατικών μπορούν να αντιστραφούν με την συμπληρωματική χορήγηση βιταμινών και μετάλλων, υπάρχουν ορισμένες ανεπάρκειες που έχουν ως αποτέλεσμα μη αναστρέψιμες, χρόνιες συνέπειες.

Η αντιμετώπιση των ελλείψεων σε μικροθρεπτικά συστατικά αντιμετωπίζεται με τη συμπληρωματική χορήγηση των βιταμινών και μετάλλων, η οποία γίνεται είτε με καθημερινή χορήγηση είτε σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα (π.χ. 2-4 φορές το χρόνο). 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-       Tulchinsky, T. H. (2010). Micronutrient deficiency conditions: global health issues. Public Health Reviews, 32(1), 243.

-       Bailey, R. L., West Jr, K. P., & Black, R. E. (2015). The epidemiology of global micronutrient deficiencies. Annals of Nutrition and Metabolism, 66(Suppl. 2), 22-33.

-       Christian, P., & Stewart, C. P. (2010). Maternal micronutrient deficiency, fetal development, and the risk of chronic disease. The Journal of nutrition, 140(3), 437-445.

 

 

Επιλέξτε προϊόντα χωρίς τα παρακάτω αλλεργιογόνα